Ταυτόχρονα, όμως, ήταν και η προϋπόθεση δημιουργίας ενός εθνικού σχεδίου για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία.
 
Αν υπάρχει ένα ισχυρό μήνυμα από την ψήφιση αυτού του νομοσχεδίου αυτό είναι ότι, επιτέλους, η Ελλάδα αποκτά ένα εθνικό χώρο έρευνας.
 
Στη χθεσινή ομιλία μου, επί της αρχής του νομοσχεδίου, μου δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθώ εκτενώς σε αυτό το νέο θεσμικό πλαίσιο που ανοίγει νέες προοπτικές για την ερευνητική δραστηριότητα.
 
Τη συνδέει με ένα νέο και εξωστρεφές αναπτυξιακό πρότυπο για τη χώρα και την μετατρέπει σε πρωταγωνιστή.
 
Προσδίδει ανεξαρτησία και αυτοτέλεια στα ερευνητικά κέντρα και Ινστιτούτα. 
 
Αξιοποιεί το πλούσιο ανθρώπινο, επιστημονικό δυναμικό που δραστηριοποιείται στον τομέα της έρευνας, ανοίγοντας νέους ορίζοντες δράσεις, δημιουργίας, επιστημονικής και επαγγελματικής καταξίωσης.
 
Όλη αυτή η εικόνα, όλοι αυτοί οι στόχοι αποτυπώνονται στα άρθρα του νομοσχεδίου.
 
Υπάρχει σαφής προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής αυτού του νόμου, έτσι όπως καταγράφεται στο άρθρο 3, ενώ προσδιορίζονται με  την ίδια σαφήνεια, οι φορείς που δραστηριοποιούνται στους τομείς της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας.
 
Η διαμόρφωση μιας Εθνικής Στρατηγικής στους συγκεκριμένους τομείς και οι σκοποί της προδιαγράφονται στο άρθρο 4. 
 
Ήταν καιρός να φύγουμε από την εικόνα πολυδιάσπασης και έλλειψης σχεδιασμού των ερευνητικών δραστηριοτήτων, απαραίτητη συνθήκη για τη δημιουργία ενός εθνικού ενιαίου χώρου έρευνας.
 
Πλέον υπάρχει σχέδιο, υπάρχουν κατευθύνσεις.
 
Στο άρθρο 4, παράγραφος 2, καθορίζεται ότι η Εθνική Στρατηγική θα καταρτιστεί μέσα σε 6 μήνες από την ψήφιση του νόμου και θα αναρτάται στο διαδίκτυο.
 
Στην Εθνική Στρατηγική εμπεριέχεται το Σχέδιο Δράσης, το οποίο θα εγκρίνεται από τη Βουλή και θα επικαιροποιείται κάθε 7 χρόνια. 
Είναι η διάταξη του άρθρου 5, η οποία  αφορά στο πλαίσιο διαμόρφωσης και τους άξονες του Σχεδίου Δράσης. 
 
Στο άρθρο 6 αναφέρονται οι φορείς και τα όργανα που αναλαμβάνουν την ευθύνη της εφαρμογής της πολιτικής για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία.
 
Η διάχυση ευθυνών και η επικάλυψη αρμοδιοτήτων  ανήκουν στο παρελθόν.
 
Αναφέρονται οι φορείς αλλά και τα νέα όργανα που είναι επιφορτισμένα με την εφαρμογή της πολιτικής για την έρευνα και την καινοτομία.
 
Ποια είναι αυτά;
 
Είναι: 
–  η Κεντρική Διοίκηση με τον αρμόδιο Υπουργό, 
– η Γενική Γραμματεία Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας, 
– η Συντονιστική Επιτροπή, οι Περιφέρειες,
–  το Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και 
-οι δημόσιοι ερευνητικοί οργανισμοί και τεχνολογικοί φορείς.
 
Η λειτουργία όλων σχετίζεται με συγκεκριμένες και  οριοθετημένες αρμοδιότητες και ευθύνες, οι οποίες καταγράφονται στα άρθρα 7 έως 19.
 
Η ΓΓΕΚ είναι ο φορέας που θα έχει κεντρικό συντονιστικό ρόλο και διευρυμένες αρμοδιότητες για τη διαμόρφωση και την υλοποίηση της Εθνικής Στρατηγικής για την έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία.
 
Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι θα είναι ανεξέλεγκτη. Θα υπάρχει αξιολόγηση του έργου της.
 
Συγκροτείται συντονιστικό όργανο σε κάθε Υπουργείο  φορέα ή υπηρεσία, με  αποκλειστική αρμοδιότητα τα ζητήματα της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας.
 
Η σχετική διάταξη είναι στο άρθρο 9 και ο στόχος της είναι η άμεση και ταχεία προώθηση ζητημάτων, που σήμερα προσκρούουν στη γραφειοκρατία και στην έλλειψη συντονισμού.
 
Είναι χαρακτηριστικό, ότι σύμφωνα με τη συγκεκριμένη διάταξη, θα τοποθετηθεί και συντονιστικός σύνδεσμος  στις διευθύνσεις της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γιατί στόχος πρέπει να είναι η ενίσχυση και η ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας από το σχολείο.
 
Επεσήμανα και χθες την ιδιαίτερη σημασία που έχει η ανάπτυξης της ερευνητικής δραστηριότητας στην Περιφέρεια και ιδιαίτερα η διασύνδεση της με την αυτοδιοίκηση αλλά και τον ιδιωτικό τομέα.
 
Η ίδρυση και λειτουργία Περιφερειακού Επιστημονικού Συμβουλίου για την έρευνα θα στηρίξει τις Περιφέρειες, αλλά και το έργο της ΓΓΕΚ, ως συμβουλευτικό και καθοδηγητικό όργανο για την υλοποίηση πολιτικών και δράσεων στους τομείς της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας, όπως προβλέπει το άρθρο 10.
 
Στο Περιφερειακό Συμβούλιο θα συμμετέχουν 3 καθηγητές ή ερευνητές αλλά και εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης και του επιχειρηματικού κόσμου.
 
Το νέο συντονιστικό και θεσμικό όργανο, εντεταλμένο για την  διαμόρφωση, υλοποίηση και επικαιροποίηση της Εθνικής Στρατηγικής, είναι το Εθνικό Συμβούλιο.
 
Θα στελεχωθεί από καθηγητές και επιστήμονες εγνωσμένου κύρους, ενώ προβλέπεται, επίσης, και η συγκρότηση τομεακών επιστημονικών συμβουλίων σε επιμέρους και εξειδικευμένους τομείς που σχετίζονται με την έρευνα. 
Οι σχετικές διατάξεις είναι στα άρθρα 11 και 12.
 
Με το άρθρο 13 τα ερευνητικά κέντρα και ινστιτούτα, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αποκτούν ανεξαρτησία.
 
Απαλλάσσονται από τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις του δημοσίου, τους δίνεται η δυνατότητα να αναπτύξουν ερευνητικές δραστηριότητες και συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα που θα τους προσδώσουν οικονομική αυτοδυναμία.
 
Η έρευνα χαρακτηρίζεται από την εξωστρέφεια, δεν μπορεί να είναι κρατικοδίαιτη.
 
Είναι ξεκάθαρο ότι θα υπάρχει  ένα νέο πλαίσιο, ένα νέο διοικητικό μοντέλο στα ερευνητικά κέντρα.
 
Θα υπάρχει συλλογικότητα αλλά και ευελιξία. 
Στο Διοικητικό θα μετέχουν οι διευθυντές των ινστιτούτων, ένας εκπρόσωπος της ΓΓΕΚ, εκπρόσωπος των ερευνητών αλλά και εκπρόσωπος του επιστημονικού, διοικητικού και τεχνικού προσωπικού των Ερευνητικών Κέντρων.
 
Παρέχεται, επίσης, η δυνατότητα συγκρότησης Επιστημονικών Συμβουλίων σε κάθε ερευνητικό κέντρο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 17.
 
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι διατάξεις του άρθρου 18, διατάξεις που αφορούν στο προσωπικό των ερευνητικών κέντρων αλλά και την αναβάθμιση του ρόλου και των δυνατοτήτων του ερευνητή.
 
Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει, πέραν της ηθικής, και η υλική επιβράβευση. 
 
Τα ερευνητικά κέντρα, μέσα από την αξιοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων αλλά και μέσα από κοινές δράσεις με την αυτοδιοίκηση και με τον ιδιωτικό τομέα, θα μπορούν να προσφέρουν αξιόλογες αμοιβές στους ερευνητές. Αμοιβές που δεν θα επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό.
 
Την ίδια στιγμή, ενισχύεται και διευκολύνεται η κινητικότητα στον ερευνητικό χώρο αφού οι καθηγητές των ΑΕΙ να ασκούν ερευνητικό έργο, ενώ ερευνητικά κέντρα και Ινστιτούτα θα μπορούν να προσλαμβάνουν με συμβάσεις έργου ειδικό επιστημονικό προσωπικό, αλλά και να χορηγούν υποτροφίες, με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη, σε μεταπτυχιακούς φοιτητές, που συμμετέχουν στην εκτέλεση ερευνητικού έργου.
 
Οι πόροι των δημόσιων ερευνητικών Ινστιτούτων δεν θα  προέρχονται μόνο από τη δημόσια χρηματοδότηση, αλλά και από συνέργειες με τον ιδιωτικό τομέα, από την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους και χρηματοδοτικών εργαλείων, από ερευνητικά προγράμματα αλλά και άλλους πόρους.
 
Καθορίζεται, επίσης, και το νέο πλαίσιο για τη δημόσια χρηματοδότηση των ερευνητικών κέντρων, με τα άρθρα 22, 23, 24.
 
Οι κρατικές χρηματοδοτήσεις για την έρευνα, την τεχνολογία και τις καινοτομία, θα είναι σύστοιχες με τις προβλέψεις του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού για τις επιλέξιμες δαπάνες.
 
Γιατί γίνεται αυτό;
 
Για να υπάρξει ευελιξία.
 
Δίνεται η δυνατότητα χρηματοδότησης για τη δημιουργία ερευνητικών υποδομών και υποστήριξης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στον τομέα της καινοτομίας, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό.
 
Κυρίαρχη διάταξη αυτή που προβλέπει ότι η χρηματοδότηση συνδέεται με την αξιολόγηση που θα πραγματοποιείται από μητρώο πιστοποιημένων αξιολογητών, όπως προβλέπει και το άρθρο 27 του νομοσχεδίου.
 
Επιταχύνονται και απλοποιούνται οι διαδικασίες κατάθεσης αλλά και έγκρισης προτάσεων και εκτέλεσης έργων, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα μεταφοράς κονδυλίων. 
 
Ουσιαστικά, μεταβαίνουμε σε ένα μοντέλο μιας ευέλικτης  ιδιωτικοοικονομικής διαχείρισης, που ήταν το μεγάλο ζητούμενο για τους ερευνητές αλλά και τα ερευνητικά κέντρα και Ινστιτούτα.
 
Θεσμοθετείται, επίσης, η Ενιαία Αρχή Πληρωμών, θετική και σημαντική εξέλιξη αλλά και διαχρονικό αίτημα.
 
Τα ερευνητικά κέντρα αποκτούν τη δυνατότητα να χορηγούν υποτροφίες για τη λήψη μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου σπουδών, εφόσον το αντικείμενο των σπουδών βρίσκεται σε συνάφεια με το  ερευνητικό κέντρο. Οι πόροι θα προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως προβλέπεται στο άρθρο 28.
 
Κυριαρχούν οι κανόνες της αξιοκρατίας και της αριστείας σε ό,τι αφορά στην αξιολόγηση των ερευνητών και την εξέλιξη τους σε βαθμίδες.
 
Η αξιολόγηση θα διενεργείται αυτή από ειδική επιτροπή, η οποία θα προέρχεται από ένα Εθνικό Κατάλογο Κριτών, όπως προβλέπει το άρθρο 30. Ο κατάλογος αυτός  θα τελεί υπό διαρκή επικαιροποίηση.
 
Στο άρθρο 32 καθορίζονται οι δείκτες της αξιολόγησης για τα δημόσια ερευνητικά κέντρα, δείκτες που ισχύουν διεθνώς και σχετίζονται με:
 
-Το ανθρώπινο δυναμικό.
 
-Τις διεθνείς επιστημονικές δημοσιεύσεις και το σύνολο των επιχορηγήσεων ανά ερευνητή.
 
– Την δημόσια δαπάνη για την έρευνα και το ποσοστό συμμετοχής σε αυτήν ιδιωτικών κεφαλαίων.
 
Αντίστοιχα, οι δείκτες για την αξιολόγηση της ιδιωτικής ερευνητικής δραστηριότητας αφορούν: 
 
-Στις δαπάνες για έρευνα και καινοτομία.
 
– Στις συνεργασίες με καινοτόμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και την ενδοεπιχειρησιακή καινοτομία στις επιχειρήσεις.
 
Στην αξιολόγηση προσμετράται ακόμα η εισαγωγή καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών αλλά και η συνεισφορά στο εμπορικό ισοζύγιο, στην απασχόληση και στις εξαγωγές.
 
Στο άρθρο 33 έχουμε μία ακόμα θεσμική εγγύηση για τη δημιουργία του ενιαίου χώρου έρευνας, αφού προβλέπεται η δημιουργία Εθνικού Μητρώου για τους ερευνητές, τα ερευνητικά κέντρα, τους τεχνολογικούς φορείς και τις καινοτόμες επιχειρήσεις και υποδομές.
 
Με το άρθρο 35, δημιουργείται το θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας ανάμεσα στα ερευνητικά κέντρα και στα πανεπιστήμια με την καθιέρωση της ιδιότητας του Επισκέπτη Ερευνητή για τους καθηγητές των ΑΕΙ και του Επισκέπτη Καθηγητή για τους ερευνητές. 
 
Με το νέο νόμο μπορούν να απασχολούνται  ερευνητές από ξένες χώρες, ενώ δίνεται και η δυνατότητα σε ερευνητές των ελληνικών ερευνητικών κέντρων να απασχοληθούν σε ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού, χωρίς να χάσουν τη θέση τους στο ερευνητικό κέντρο.
 
Υπάρχει, παρενθετικά και το  πέμπτο κεφάλαιο του νομοσχεδίου, που εντάσσει και εναρμονίζει το θεσμικό και κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας , σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα.
 
Κυρίες και Κύριοι συνάδελφοι,
 
Το νομοσχέδιο αυτό δεν αποτελεί μόνο την απόλυτη και εξειδικευμένη εφαρμογή των άρθρων 5α και 16 του Συντάγματος και την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 179, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 
Δεν αποτελεί, απλά, μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια.
 
Είναι ένα παράθυρο στο μέλλον.
 
Το μέλλον αυτής της χώρας πρέπει να συνδεθεί με την έρευνα, τις νέες τεχνολογίες, την καινοτομία. 
 
Πρέπει να συνδεθεί με την αξιοποίηση του ανθρώπινου, επιστημονικού δυναμικού μας που είναι υψηλού επιπέδου και συνιστά υπεραξία.
 
 
Ευχαριστώ.